ποταμίσιος
•
- από ποτάμι Βικιλεξικό
- σχετικός με ποτάμι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ποταμίσιος < ποτάμι + -ίσιος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ποταμίσιος | ποταμίσια | ποταμίσιο |
| Γενική | ποταμίσιου | ποταμίσιας | ποταμίσιου |
| Αιτιατική | ποταμίσιο | ποταμίσια | ποταμίσιο |
| Κλητική | ποταμίσιε | ποταμίσια | ποταμίσιο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ποταμίσιοι | ποταμίσιες | ποταμίσια |
| Γενική | ποταμίσιων | ποταμίσιων | ποταμίσιων |
| Αιτιατική | ποταμίσιους | ποταμίσιες | ποταμίσια |
| Κλητική | ποταμίσιοι | ποταμίσιες | ποταμίσια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →