ποτοποιείο
•
- βιοτεχνικό ή βιομηχανικό κατάστημα όπου παρασκευάζονται οινοπνευματώδη ποτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ποτοποιείο < ποτ(ό) + -ο- + -ποιείο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ποτοποιείο | ποτοποιεία |
| Γενική | ποτοποιείου | ποτοποιείων |
| Αιτιατική | ποτοποιείο | ποτοποιεία |
| Κλητική | ποτοποιείο | ποτοποιεία |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →