πουγκί
•
- μικρό σακούλι που κλείνει με κορδόνι και χρησίμευε παλαιότερα για τη φύλαξη και μεταφορά χρημάτων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πουγκί < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική πουγγί, πουγγί(ο)ν < υποκοριστικό του όψιμου πούγγα (6ος αιώνας) < λατινική *punga < παλαιά άνω γερμανική *pokka
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πουγκί | πουγκιά |
| Γενική | πουγκιού | πουγκιών |
| Αιτιατική | πουγκί | πουγκιά |
| Κλητική | πουγκί | πουγκιά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →