πουδρίτσα
•
- υποκοριστικό του πούδρα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πουδρίτσα < πούδρα + υποκοριστικό επίθημα -ίτσα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πουδρίτσα | πουδρίτσες |
| Γενική | πουδρίτσας | — |
| Αιτιατική | πουδρίτσα | πουδρίτσες |
| Κλητική | πουδρίτσα | πουδρίτσες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →