πουλάνι
•
- ιδιωματικόμικρή χτιστή δεξαμενή η οποία τοποθετείται μπροστά από το πατητήρι ή σε ελαιοτριβείο ώστε να ρέει ο μούστος ή το λάδι εντός αυτής, υπολήνιο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πουλάνι < ελληνιστική κοινή ὑπολήνιον
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πουλάνι | πουλάνια |
| Γενική | πουλανιού | πουλανιών |
| Αιτιατική | πουλάνι | πουλάνια |
| Κλητική | πουλάνι | πουλάνια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →