πουλάρι
•
- θηλαστικό ζώοτο μικρό του αλόγου, του γαϊδουριού ή του μουλαριού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πουλάρι < μεσαιωνική ελληνική πουλάριν < αρχαία ελληνική πωλάριον, υποκοριστικό του πῶλος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πουλάρι | πουλάρια |
| Γενική | πουλαριού | πουλαριών |
| Αιτιατική | πουλάρι | πουλάρια |
| Κλητική | πουλάρι | πουλάρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →