πουλάω
•
- μεταφέρω ορισμένο αγαθό ή δικαίωμα ενάντι χρηματικής αποζημίωσης Βικιλεξικό
- διαθέτω προς πώληση Βικιλεξικό
- μεταφορικάπροδίδω, καθιστώ αντικείμενο συναλλαγής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πουλάω < πουλ(ώ) + -άω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική πουλῶ < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική πωλῶ με [o] > [u] < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *pel-
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | πουλάω / πουλώ | πουλάς | πουλά / πουλάει | πουλάμε / πουλούμε | πουλάτε | πουλάν / πουλάνε / πουλούν / πουλούνε |
| Παρατατικός | πουλούσα / πούλαγα | πουλούσες / πούλαγες | πουλούσε / πούλαγε | πουλάγαμε / πουλούσαμε | πουλάγατε / πουλούσατε | πουλάγανε / πουλούσαν / πουλούσανε / πούλαγαν |
| Αόριστος | πούλησα | πούλησες | πούλησε | πουλήσαμε | πουλήσατε | — |
| Μέλλοντας | θα πουλάω / θα πουλήσω / θα πουλώ | θα πουλάς / θα πουλήσεις | θα πουλά / θα πουλάει / θα πουλήσει | θα πουλάμε / θα πουλήσουμε / θα πουλούμε | θα πουλάτε / θα πουλήσετε | θα πουλάν / θα πουλάνε / θα πουλούν / θα πουλούνε |
| Υποτακτική | να πουλάω / να πουλήσω / να πουλώ | να πουλάς / να πουλήσεις | να πουλά / να πουλάει / να πουλήσει | να πουλάμε / να πουλήσουμε / να πουλούμε | να πουλάτε / να πουλήσετε | να πουλάν / να πουλάνε / να πουλούν / να πουλούνε |
| Προστακτική | — | πούλα / πούλαγε / πούλησε | — | — | πουλάτε / πουλήστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
πουλήθηκαπουλιέμαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →