Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πουλέν

/puˈlen/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. στον ιππόδρομοάλογο που θεωρείται φαβορί στο οποίο ποντάρει κάποιος Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάάτομο που υποστηρίζεται στην αρχή της καριέρας του από πρόσωπο με επιρροή Βικιλεξικό
    • Όταν ο Χαρισιάδης έγινε Γενικός Γραμματέας του ΚΚΕ, η άνοδος του Μελέτη επιταχύνθηκε. Όλοι το ήξεραν ότι ο Γενικός Γραμματέας πίστευε πολύ στο πουλέν του. (Δημήτρης Φύσσας, Πλατεία Λένιν, πρώην Συντάγματος, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Ι. Δ. Κολλάρου & Σία, 2006, σελ. 126)
    • απομακρύνθηκε (με τη μορφή «παραίτησης») ο διευθυντής σύνταξης της ημερήσιας έκδοσης Μπάμπης Κούτρας και τη θέση του καταλαμβάνει το νέο πουλέν της κυρίας Αγγελοπούλου, ο μέχρι τούδε διευθυντής του κυριακάτικου φύλλου Λάμπρος Σμαΐλης (Χ. Γ. Παπουτσάκης, Αντί, τεύχη 886-891, 2007, σελ. 13)

Ετυμολογία

πουλέν < απροσάρμοστο λόγιο δάνειο από τη γαλλική poulain (πουλάρι) < ... < λατινική pullus

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →