Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πουλερικό

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. συνήθως στον πληθυντικό: πουλερικάοικόσιτο εκτρεφόμενο πτηνό (κότα, γαλοπούλα, πάπια, χήνα κ.λπ.) Βικιλεξικό
    • Άνδρες, γυναίκες ξεχύθηκαν στους δρόμους, γέμισε από φωνές η αγορά, αλλά και από κάθε λογής πουλερικά και άλλα ζωντανά προς πώληση προορισμένα.
  2. κατ’ επέκτασητο βρώσιμο κρέας των παραπάνω πτηνών Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πουλερικό < πουλί + -ερικό

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπουλερικόπουλερικά
Γενικήπουλερικούπουλερικών
Αιτιατικήπουλερικόπουλερικά
Κλητικήπουλερικόπουλερικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →