πουλερικό
•
- συνήθως στον πληθυντικό: πουλερικάοικόσιτο εκτρεφόμενο πτηνό (κότα, γαλοπούλα, πάπια, χήνα κ.λπ.) Βικιλεξικό
- Άνδρες, γυναίκες ξεχύθηκαν στους δρόμους, γέμισε από φωνές η αγορά, αλλά και από κάθε λογής πουλερικά και άλλα ζωντανά προς πώληση προορισμένα.
- κατ’ επέκτασητο βρώσιμο κρέας των παραπάνω πτηνών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πουλερικό < πουλί + -ερικό
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πουλερικό | πουλερικά |
| Γενική | πουλερικού | πουλερικών |
| Αιτιατική | πουλερικό | πουλερικά |
| Κλητική | πουλερικό | πουλερικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →