πουντιάζω
•
- αμετάβατοπαθαίνω πνευμονικό κρυολόγημα Βικιλεξικό
- Λόγω κρύου, όσες κυρίες πρόλαβα να δω βρίσκονταν γύρω από μια σόμπα για να μην πουντιάσουν. (Γιάννης Ξανθούλης (2008) Κωνσταντινούπολη των ασεβών μου φόβων [μυθιστόρημα])
- μεταβατικόκάνω κάποιον να πάθει κρυολόγημα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πουντιάζω < πούντα < ιταλική punta
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | πουντιάζω | πουντιάζεις | πουντιάζει | πουντιάζουμε | πουντιάζετε | πουντιάζουν / πουντιάζουνε |
| Παρατατικός | πούντιαζα | πούντιαζες | πούντιαζε | πουντιάζαμε | πουντιάζατε | πουντιάζαν / πουντιάζανε / πούντιαζαν |
| Αόριστος | πούντιασα | πούντιασες | πούντιασε | πουντιάσαμε | πουντιάσατε | πουντιάσαν / πουντιάσανε / πούντιασαν |
| Μέλλοντας | θα πουντιάζω / θα πουντιάσω | θα πουντιάζεις / θα πουντιάσεις | θα πουντιάζει / θα πουντιάσει | θα πουντιάζουμε / θα πουντιάσουμε | θα πουντιάζετε / θα πουντιάσετε | θα πουντιάζουν / θα πουντιάζουνε / θα πουντιάσουν / θα πουντιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω πουντιάσει | έχεις πουντιάσει | έχει πουντιάσει | έχουμε πουντιάσει | έχετε πουντιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα πουντιάσει | είχες πουντιάσει | είχε πουντιάσει | είχαμε πουντιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω πουντιάσει / να πουντιάζω / να πουντιάσω | να έχεις πουντιάσει / να πουντιάζεις / να πουντιάσεις | να έχει πουντιάσει / να πουντιάζει / να πουντιάσει | να έχουμε πουντιάσει / να πουντιάζουμε / να πουντιάσουμε | να έχετε πουντιάσει / να πουντιάζετε / να πουντιάσετε | να πουντιάζουν / να πουντιάζουνε / να πουντιάσουν / να πουντιάσουνε |
| Προστακτική | — | πούντιαζε / πούντιασε | — | — | πουντιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
πουντιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →