πουράκλα
•
- μεγάλο πούρο (κυριολεκτικά ή ειρωνικά) Βικιλεξικό
- άναψε την πουράκλα και την άραξε στην πολυθρόνα
- επιτατικάπουρό Βικιλεξικό
- κάνει παρέα με κάτι πουράκλες, αμάν Παναγία μου...
Ετυμολογία
πουράκλα < πούρ(ο) + μεγεθυντικό επίθημα -άκλα ή πουρ(ό) + μεγεθυντικό επίθημα -άκλα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πουράκλα | πουράκλες |
| Γενική | πουράκλας | — |
| Αιτιατική | πουράκλα | πουράκλες |
| Κλητική | πουράκλα | πουράκλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →