Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πουράκλα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. μεγάλο πούρο (κυριολεκτικά ή ειρωνικά) Βικιλεξικό
    • άναψε την πουράκλα και την άραξε στην πολυθρόνα
  2. επιτατικάπουρό Βικιλεξικό
    • κάνει παρέα με κάτι πουράκλες, αμάν Παναγία μου...

Ετυμολογία

πουράκλα < πούρ(ο) + μεγεθυντικό επίθημα -άκλα ή πουρ(ό) + μεγεθυντικό επίθημα -άκλα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπουράκλαπουράκλες
Γενικήπουράκλας—
Αιτιατικήπουράκλαπουράκλες
Κλητικήπουράκλαπουράκλες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →