Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πουριτανικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με πουριτανισμό ή πουριτανό ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πουριτανικός < πουριτανός + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπουριτανικόςπουριτανικήπουριτανικό
Γενικήπουριτανικούπουριτανικήςπουριτανικού
Αιτιατικήπουριτανικόπουριτανικήπουριτανικό
Κλητικήπουριτανικέπουριτανικήπουριτανικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπουριτανικοίπουριτανικέςπουριτανικά
Γενικήπουριτανικώνπουριτανικώνπουριτανικών
Αιτιατικήπουριτανικούςπουριτανικέςπουριτανικά
Κλητικήπουριτανικοίπουριτανικέςπουριτανικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →