πουσταριό
•
- επιτατικόο πούστης Βικιλεξικό
- περιληπτικόμεγάλος πλήθος ομοφυλοφίλων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πουσταριό < πούστ(ης) + επιτατικό επίθημα -αριό
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πουσταριό | πουσταριά |
| Γενική | πουσταριού | πουσταριών |
| Αιτιατική | πουσταριό | πουσταριά |
| Κλητική | πουσταριό | πουσταριά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →