Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πουταναριό

/pu.ta.naɾˈʝo/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. λαϊκότροποη πόρνη Βικιλεξικό
    • Ακόμη κι αν της άρεσε, έπρεπε να το στραγγαλίσει το αίσθημα και να πάρει τα πόδια της να τσακιστεί η λάμια. Η αντροχωρίστρα. Τον άντρα της αδελφής της , το πουταναριό. Θυμωμένη, έξαλλη σαν σκύλα, μπήκε στην κουζίνα και την πλάκωσε στο ξύλο. Η άλλη μαζεμένη το δεχόταν, γιατί ήξερε πως ήταν δίκαιο (Ευγενία Φακίνου, Τυφλόμυγα, εκδ. Καστανιώτη, 2000)
  2. λαϊκότροποπλήθος πορνών Βικιλεξικό
    • Τι ετοίμαζε ο παλιομαλάκας; Και τι δουλειά είχαν όλες εκείνες οι σκατόφατσες μαζεμένες στην ίδια φωτογραφία με το ρώσικο πουταναριό; Εδώ πρέπει να κρυβόταν το ζουμί όλης της υπόθεσης. (Θάνος Δραγούμης, Εντιμότατα λαμόγια, εκδ. Μεταίχμιο, 2017)
  3. λαϊκότροποομάδα γυναικών που ντύνονται προκλητικά Βικιλεξικό
  4. λαϊκότροποτο πορνείο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πουταναριό < πουτάν(α) + -αριό

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπουταναριόπουταναριά
Γενικήπουταναριούπουταναριών
Αιτιατικήπουταναριόπουταναριά
Κλητικήπουταναριόπουταναριά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →