πουταναριό
•
- λαϊκότροποη πόρνη Βικιλεξικό
- Ακόμη κι αν της άρεσε, έπρεπε να το στραγγαλίσει το αίσθημα και να πάρει τα πόδια της να τσακιστεί η λάμια. Η αντροχωρίστρα. Τον άντρα της αδελφής της , το πουταναριό. Θυμωμένη, έξαλλη σαν σκύλα, μπήκε στην κουζίνα και την πλάκωσε στο ξύλο. Η άλλη μαζεμένη το δεχόταν, γιατί ήξερε πως ήταν δίκαιο (Ευγενία Φακίνου, Τυφλόμυγα, εκδ. Καστανιώτη, 2000)
- λαϊκότροποπλήθος πορνών Βικιλεξικό
- Τι ετοίμαζε ο παλιομαλάκας; Και τι δουλειά είχαν όλες εκείνες οι σκατόφατσες μαζεμένες στην ίδια φωτογραφία με το ρώσικο πουταναριό; Εδώ πρέπει να κρυβόταν το ζουμί όλης της υπόθεσης. (Θάνος Δραγούμης, Εντιμότατα λαμόγια, εκδ. Μεταίχμιο, 2017)
- λαϊκότροποομάδα γυναικών που ντύνονται προκλητικά Βικιλεξικό
- λαϊκότροποτο πορνείο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πουταναριό < πουτάν(α) + -αριό
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πουταναριό | πουταναριά |
| Γενική | πουταναριού | πουταναριών |
| Αιτιατική | πουταναριό | πουταναριά |
| Κλητική | πουταναριό | πουταναριά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →