Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πού και πού

/ˈpu ce ˈpu/φράση
•
  1. σπάνια, σε αραιά διαστήματα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πού και πού < → δείτε τις λέξεις πού, και < ποῦ καί ποῦ

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →