πού την κεφαλήν κλίναι
•
- είμαι άπορος και άστεγος // δεν έχω πουθενά να στηριχθώ για βοήθεια Βικιλεξικό
- ποῦ τὴν κεφαλήν κλίνω
- μεσαιωνικά ελληνικά: ποῦ τὴν κεφαλήν κλίνω Βικιλεξικό
- ελληνιστική κοινήποῦ τὴν κεφαλὴν κλίνῃ (με υποτακτική, Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο, η' 8· πβ. Κατά Λουκάν θ' 58) Βικιλεξικό
- ελληνιστική κοινήποῦ τὴν κεφαλὴν κλῖναι (μεταγενέστρα, με απαρέμφατο του αορίστου) Βικιλεξικό
- πού την κεφαλήν κλίνη Βικιλεξικό
- πού την κεφαλήν κλίνω Βικιλεξικό
- πού την κεφαλήν κλίναι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →