Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πού την κεφαλήν κλίναι

φράση
•
  1. είμαι άπορος και άστεγος // δεν έχω πουθενά να στηριχθώ για βοήθεια Βικιλεξικό
    • ποῦ τὴν κεφαλήν κλίνω
  2. μεσαιωνικά ελληνικά: ποῦ τὴν κεφαλήν κλίνω Βικιλεξικό
  3. ελληνιστική κοινήποῦ τὴν κεφαλὴν κλίνῃ (με υποτακτική, Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο, η' 8· πβ. Κατά Λουκάν θ' 58) Βικιλεξικό
  4. ελληνιστική κοινήποῦ τὴν κεφαλὴν κλῖναι (μεταγενέστρα, με απαρέμφατο του αορίστου) Βικιλεξικό
  5. πού την κεφαλήν κλίνη Βικιλεξικό
  6. πού την κεφαλήν κλίνω Βικιλεξικό
  7. πού την κεφαλήν κλίναι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →