πούθε
•
- λαϊκότροποαπό πού Βικιλεξικό
- Πούθε έρχεσαι, Φραγκίσκο μου; ρώτησε τέλος με ψυχοπόνια. (⌘ Νίκος Καζαντζάκης, Ο φτωχούλης του Θεού, [μυθιστόρημα], 1954)
- κι από πούθε κατεβαίνει Βαγγελιώ μου η παινεμένη (τραγούδι: Ένα νερό κυρα-Βαγγελιώ)
- λαϊκότροποπού Βικιλεξικό
- Έξω από την Αγία Αικατερίνη, στάθηκε μη ξέροντας πούθε να πάει. (Άγγελος Τερζάκης (1937) Η μενεξεδένια πολιτεία [μυθιστόρημα])
Ετυμολογία
πούθε < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική πόθεν με επίδραση του πού
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →