πούλα
•
- το νόμισμα της Μποτσουάνας Βικιλεξικό
- παρωχημένοείδος ψωμιού με σχήμα τόξου Βικιλεξικό
- Πούλα ( ἡ )· εἶδος ἄρτου, τόξου ἔχοντος σχῆμα. Διὸ λέγεται καὶ δοξάρι, ἐνίοτε ἔχει καὶ τὸ σχῆμα πουλάδας «πασχαλιάτικη πούλα» κατὰ τὸ πάσχα ἐν χρήσει (Πανδώρα σύγγραμμα περιοδικόν, τόμος 15, 1865, σελ. 33 https://books.google.gr/books?id=DVIOAAAAYAAJ&dq=%CF%80%CE%BF%CF%8D%CE%BB%CE%B1&pg=PA33#v=onepage&q=%CF%80%CE%BF%CF%8D%CE%BB%CE%B1&f=false)
Ετυμολογία
πούλα < αγγλική pula < τσουάνα pula
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →