Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πούλλα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. κυπριακάη πούλλα είναι μικρός κόνδυλος από εδώδιμο φυτό, το μικρό κολοκάσι Βικιλεξικό
  2. κυπριακάμικρό ψωμί για παιδιά Βικιλεξικό
  3. κυπριακάτρυφερά κλαδιά δέντρων Βικιλεξικό
  4. Πούλλα, Εικονικό μουσείο Κυπριακών τροφίμων και διατροφής Βικιλεξικό
  5. Πούλλες αντιναχτές, παραδοσιακό φαγητό της Κύπρου Βικιλεξικό
  6. Κυπριακά παραδοσιακά παρασκευάσματα, έκδοση 19/2010, Λευκωσία, Υπουργείο Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος, Κύπρος «...Βράζουμε το λάδι και ρίχνουμε τις πούλλες, αφού τις κόψουμε στα δύο κατά. μήκος...» Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πούλλα < → λείπει η ετυμολογία

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →