πούλλα
•
- κυπριακάη πούλλα είναι μικρός κόνδυλος από εδώδιμο φυτό, το μικρό κολοκάσι Βικιλεξικό
- κυπριακάμικρό ψωμί για παιδιά Βικιλεξικό
- κυπριακάτρυφερά κλαδιά δέντρων Βικιλεξικό
- Πούλλα, Εικονικό μουσείο Κυπριακών τροφίμων και διατροφής Βικιλεξικό
- Πούλλες αντιναχτές, παραδοσιακό φαγητό της Κύπρου Βικιλεξικό
- Κυπριακά παραδοσιακά παρασκευάσματα, έκδοση 19/2010, Λευκωσία, Υπουργείο Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος, Κύπρος «...Βράζουμε το λάδι και ρίχνουμε τις πούλλες, αφού τις κόψουμε στα δύο κατά. μήκος...» Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πούλλα < → λείπει η ετυμολογία
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →