πούλος
•
- χυδαίοτο πέος, το αντρικό γεννητικό όργανο Βικιλεξικό
- πτηνόδημοτική (παρωχημένο): Βικιλεξικό
- φυτόδημοτική (παρωχημένο): Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πούλος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ποῦλος / ποῦλλος < λατινική pullus < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *polH- (νεοσσός). Μεγεθυντικό της λέξης πουλί.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πούλος | πούλοι |
| Γενική | πούλου | πούλων |
| Αιτιατική | πούλο | πούλους |
| Κλητική | πούλε | πούλοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →