Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πούλος

/ˈpu.los/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. χυδαίοτο πέος, το αντρικό γεννητικό όργανο Βικιλεξικό
  2. πτηνόδημοτική (παρωχημένο): Βικιλεξικό
  3. φυτόδημοτική (παρωχημένο): Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πούλος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ποῦλος / ποῦλλος < λατινική pullus < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *polH- (νεοσσός). Μεγεθυντικό της λέξης πουλί.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπούλοςπούλοι
Γενικήπούλουπούλων
Αιτιατικήπούλοπούλους
Κλητικήπούλεπούλοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →