πούντα
•
- οικείοπνευμονικό κρυολόγημα Βικιλεξικό
- βγήκα έξω χτες με τη βροχή, κι άρπαξα μια πούντα
- ναυτικός όροςτο άκρο ακρωτηρίου, λωρίδα στεριάς που προεξέχει προς τη θάλασσα Βικιλεξικό
- μουσικήpunta, είδος μουσικής και χορός των ιθαγενών Garifuna στην Καραϊβική Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πούντα < παλαιά (άμεσο δάνειο) ιταλική punta < λατινική punctus
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πούντα | πούντες |
| Γενική | πούντας | — |
| Αιτιατική | πούντα | πούντες |
| Κλητική | πούντα | πούντες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →