Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πουρί

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. παρωχημένοπωρόλιθος Βικιλεξικό
  2. λεπτό και μαλακό στρώμα βρωμιάς η οποία έχει κατακαθίσει επάνω σε κάποιο αντικείμενο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πουρί < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπουρίπουριά
Γενικήπουριούπουριών
Αιτιατικήπουρίπουριά
Κλητικήπουρίπουριά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

πούρι

μόριο
•
  1. παρωχημένοόθεν, λοιπόν Βικιλεξικό
  2. παρωχημένοάραγε Βικιλεξικό
  3. παρωχημένοβεβαίως, πράγματι Βικιλεξικό
  4. παρωχημένοκαι όμως Βικιλεξικό
  5. παρωχημένοφτάνει να Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πούρι < μεσαιωνική ελληνική < → λείπει η ετυμολογία

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →