Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πράμα

/ˈpɾa.ma/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. άλλη προφορά του πράγμα Βικιλεξικό
  2. στον πληθυντικόπράματα δουλειές (γενικώς) Βικιλεξικό
    • έχω να κάνω πολλά πράματα σήμερα, δεν θα προλάβω
  3. κρητικάτίποτα, τίποτε Βικιλεξικό
    • Μα δεν κατές εσύ πράμα! - Μα εσύ δεν κατέχεις (καταλαβαίνεις) τίποτε!
    • Ηντάπαθες; –Πράμα! Γιάντα με γροικάς έτσα; - Τι έπαθες; –Τίποτα! Γιατί με κοιτάς έτσι;
  4. οικείογεννητικά όργανα (κυρίως γυναικείο) Βικιλεξικό
  5. οικείογεγονότα, δουλειές Βικιλεξικό
  6. αργκόναρκωτικά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πράμα < κληρονομημένο από τη μεσαιωνική ελληνική πρᾶμα < αρχαία ελληνική πρᾶγμα με αφομοίωση [ɡm] > [mm] και απλοποίηση της προφοράς των δύο [m]. Συγκρίνετε με το πράγμα. : για την κρητική διάλεκτο, σημασία «τίποτα» < (άμεσο δάνειο) τουρκική şey (πράγμα) που χρησιμοποιείται σε παρόμοια έκφραση ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) πβ. γαλλική rien (τίποτα) και καταλανική res (τίποτα) από τη λατινική rēs (πράγμα)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπράμαπράματα
Γενικήπράματοςπραμάτων
Αιτιατικήπράμαπράματα
Κλητικήπράμαπράματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →