πράμα
•
- άλλη προφορά του πράγμα Βικιλεξικό
- στον πληθυντικόπράματα δουλειές (γενικώς) Βικιλεξικό
- έχω να κάνω πολλά πράματα σήμερα, δεν θα προλάβω
- κρητικάτίποτα, τίποτε Βικιλεξικό
- Μα δεν κατές εσύ πράμα! - Μα εσύ δεν κατέχεις (καταλαβαίνεις) τίποτε!
- Ηντάπαθες; –Πράμα! Γιάντα με γροικάς έτσα; - Τι έπαθες; –Τίποτα! Γιατί με κοιτάς έτσι;
- οικείογεννητικά όργανα (κυρίως γυναικείο) Βικιλεξικό
- οικείογεγονότα, δουλειές Βικιλεξικό
- αργκόναρκωτικά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πράμα < κληρονομημένο από τη μεσαιωνική ελληνική πρᾶμα < αρχαία ελληνική πρᾶγμα με αφομοίωση [ɡm] > [mm] και απλοποίηση της προφοράς των δύο [m]. Συγκρίνετε με το πράγμα. : για την κρητική διάλεκτο, σημασία «τίποτα» < (άμεσο δάνειο) τουρκική şey (πράγμα) που χρησιμοποιείται σε παρόμοια έκφραση ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) πβ. γαλλική rien (τίποτα) και καταλανική res (τίποτα) από τη λατινική rēs (πράγμα)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πράμα | πράματα |
| Γενική | πράματος | πραμάτων |
| Αιτιατική | πράμα | πράματα |
| Κλητική | πράμα | πράματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →