πρήζω
•
- προκαλώ αύξηση του όγκου σε τμήμα ή μέλος σώματος ανθρώπινου ή άλλου ζωικού οργανισμού Βικιλεξικό
- η μπουνιά που του έριξε του έπρηξε το μάτι
- μεταφορικάταλαιπωρώ σε μεγάλο βαθμό Βικιλεξικό
- μας έχει πρήξει με τις βλακείες που λέει τόσην ώρα
Ετυμολογία
πρήζω < αρχαία ελληνική πρήθω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | πρήζω | πρήζεις | πρήζει | πρήζουμε | πρήζετε | πρήζουν / πρήζουνε |
| Παρατατικός | έπρηζα | έπρηζες | έπρηζε | πρήζαμε | πρήζατε | έπρηζαν / πρήζαν / πρήζανε |
| Αόριστος | έπρηξα | έπρηξες | έπρηξε | πρήξαμε | πρήξατε | έπρηξαν / πρήξαν / πρήξανε |
| Μέλλοντας | θα πρήζω / θα πρήξω | θα πρήζεις / θα πρήξεις | θα πρήζει / θα πρήξει | θα πρήζουμε / θα πρήξουμε | θα πρήζετε / θα πρήξετε | θα πρήζουν / θα πρήζουνε / θα πρήξουν / θα πρήξουνε |
| Παρακείμενος | έχω πρήξει | έχεις πρήξει | έχει πρήξει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα πρήξει | είχες πρήξει | είχε πρήξει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω πρήξει / να πρήζω / να πρήξω | να έχεις πρήξει / να πρήζεις / να πρήξεις | να έχει πρήξει / να πρήζει / να πρήξει | να πρήζουμε / να πρήξουμε | να πρήζετε / να πρήξετε | να πρήζουν / να πρήζουνε / να πρήξουν / να πρήξουνε |
| Προστακτική | — | έχε πρησμένο / πρήζε / πρήξε | — | — | πρήζετε / πρήξτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →