Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πρήχτης

/ˈpɾix.tis/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. προφορικόδυσάρεστος άνθρωπος που όλο μιλά, γκρινιάζει, παραπονιέται ή ζητάει, που μας πρήζει Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πρήχτης < πρήζω, θέμα πρηκ- + -της με ανομοίωση [kt] > [xt]. Δείτε και τα μπήχτης, πνίχτης, φταίχτης

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπρήχτηςπρήχτες
Γενικήπρήχτηπρηχτών
Αιτιατικήπρήχτηπρήχτες
Κλητικήπρήχτηπρήχτες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →