πρήχτης
•
- προφορικόδυσάρεστος άνθρωπος που όλο μιλά, γκρινιάζει, παραπονιέται ή ζητάει, που μας πρήζει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πρήχτης < πρήζω, θέμα πρηκ- + -της με ανομοίωση [kt] > [xt]. Δείτε και τα μπήχτης, πνίχτης, φταίχτης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πρήχτης | πρήχτες |
| Γενική | πρήχτη | πρηχτών |
| Αιτιατική | πρήχτη | πρήχτες |
| Κλητική | πρήχτη | πρήχτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →