πρίγκηψ
•
- καθαρεύουσαπρίγκιπας Βικιλεξικό
- 1821 Δημήτριος Ὑψηλάντης, Ἐγκύκλιος τοῦ Δημητρίου Ὑψηλάντη
- 1823 Ὀδυσσέας Ἀνδροῦτσος, Ἐπιστολὴ τοῦ Ὀδυσσέα Ἀνδρούτσου πρὸς τὸν Δημήτριο Ὑψηλάντη
- 1865 Ανώνυμος, Χρυσαλλίς, Τεῦχος 67, Ἡ ἐρυθρᾶ ταινία
- 1887 Ἀριστοτέλης Κουρτίδης, Ἐτήσιον Ἡμερολόγιον τοῦ Ἔτους 1887, Οἱ ἀδιάφοροι
Ετυμολογία
πρίγκηψ < (λόγιο δάνειο) μεσαιωνική ελληνική πρίγκηψ.
Άλλοι τύποι
πριγκίπισσαπριγκιπέσσα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →