πρίμο
•
- μουσικήη φωνή μιας μελωδίας που κινείται σε υψηλότερες νότες Βικιλεξικό
- Θυμάμαι τους γονείς μου να τραγουδάνε πρίμο–σεγόντο «Κι αν ο αγέρας φυσά…» των Σεφέρη / Μούτση. (www.tovima.gr, 11.03.2022)
- ουσιαστικοποιημένοπρίμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πρίμο < ιταλική primo < λατινική primus
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →