πραγματεύομαι
•
- λόγιοεξετάζω κάτι σε βάθος, αναλύω ένα θέμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πραγματεύομαι < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πραγματεύομαι
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | πραγματεύομαι | πραγματεύεσαι | πραγματεύεται | πραγματευόμαστε | πραγματεύεστε | πραγματεύονται |
| Παρατατικός | πραγματευόμουν / πραγματευόμουνα | πραγματευόσουν / πραγματευόσουνα | πραγματευόταν / πραγματευότανε | πραγματευόμασταν / πραγματευόμαστε | πραγματευόσασταν / πραγματευόσαστε | πραγματευόντουσαν / πραγματεύονταν |
| Αόριστος | πραγματεύτηκα | πραγματεύτηκες | πραγματεύτηκε | πραγματευτήκαμε | πραγματευτήκατε | πραγματευτήκαν / πραγματευτήκανε / πραγματεύτηκαν |
| Μέλλοντας | θα πραγματευτώ / θα πραγματεύομαι | θα πραγματευτείς / θα πραγματεύεσαι | θα πραγματευτεί / θα πραγματεύεται | θα πραγματευτούμε / θα πραγματευόμαστε | θα πραγματευτείτε / θα πραγματεύεστε | θα πραγματευτούν / θα πραγματευτούνε / θα πραγματεύονται |
| Παρακείμενος | έχω πραγματευτεί | έχεις πραγματευτεί | έχει πραγματευτεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα πραγματευτεί | είχες πραγματευτεί | είχε πραγματευτεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω πραγματευτεί / να πραγματευτώ / να πραγματεύομαι | να έχεις πραγματευτεί / να πραγματευτείς / να πραγματεύεσαι | να έχει πραγματευτεί / να πραγματευτεί / να πραγματεύεται | να πραγματευτούμε / να πραγματευόμαστε | να πραγματευτείτε / να πραγματεύεστε | να πραγματευτούν / να πραγματευτούνε / να πραγματεύονται |
| Προστακτική | — | πραγματεύου / πραγματεύσου | — | — | πραγματευτείτε / πραγματεύεστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →