Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πραγματεύομαι

/pɾa.ɣmaˈte.vo.me/ρήμα
•
  1. λόγιοεξετάζω κάτι σε βάθος, αναλύω ένα θέμα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πραγματεύομαι < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πραγματεύομαι

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςπραγματεύομαιπραγματεύεσαιπραγματεύεταιπραγματευόμαστεπραγματεύεστεπραγματεύονται
Παρατατικόςπραγματευόμουν / πραγματευόμουναπραγματευόσουν / πραγματευόσουναπραγματευόταν / πραγματευότανεπραγματευόμασταν / πραγματευόμαστεπραγματευόσασταν / πραγματευόσαστεπραγματευόντουσαν / πραγματεύονταν
Αόριστοςπραγματεύτηκαπραγματεύτηκεςπραγματεύτηκεπραγματευτήκαμεπραγματευτήκατεπραγματευτήκαν / πραγματευτήκανε / πραγματεύτηκαν
Μέλλονταςθα πραγματευτώ / θα πραγματεύομαιθα πραγματευτείς / θα πραγματεύεσαιθα πραγματευτεί / θα πραγματεύεταιθα πραγματευτούμε / θα πραγματευόμαστεθα πραγματευτείτε / θα πραγματεύεστεθα πραγματευτούν / θα πραγματευτούνε / θα πραγματεύονται
Παρακείμενοςέχω πραγματευτείέχεις πραγματευτείέχει πραγματευτεί———
Υπερσυντέλικοςείχα πραγματευτείείχες πραγματευτείείχε πραγματευτεί———
Υποτακτικήνα έχω πραγματευτεί / να πραγματευτώ / να πραγματεύομαινα έχεις πραγματευτεί / να πραγματευτείς / να πραγματεύεσαινα έχει πραγματευτεί / να πραγματευτεί / να πραγματεύεταινα πραγματευτούμε / να πραγματευόμαστενα πραγματευτείτε / να πραγματεύεστενα πραγματευτούν / να πραγματευτούνε / να πραγματεύονται
Προστακτική—πραγματεύου / πραγματεύσου——πραγματευτείτε / πραγματεύεστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →