πραγματιστικός
•
- που έχει σχέση με τον πραγματισμό ή τον πραγματιστή ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πραγματιστικός < πραγματιστής + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πραγματιστικός | πραγματιστική | πραγματιστικό |
| Γενική | πραγματιστικού | πραγματιστικής | πραγματιστικού |
| Αιτιατική | πραγματιστικό | πραγματιστική | πραγματιστικό |
| Κλητική | πραγματιστικέ | πραγματιστική | πραγματιστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πραγματιστικοί | πραγματιστικές | πραγματιστικά |
| Γενική | πραγματιστικών | πραγματιστικών | πραγματιστικών |
| Αιτιατική | πραγματιστικούς | πραγματιστικές | πραγματιστικά |
| Κλητική | πραγματιστικοί | πραγματιστικές | πραγματιστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →