Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πραγματιστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον πραγματισμό ή τον πραγματιστή ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πραγματιστικός < πραγματιστής + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπραγματιστικόςπραγματιστικήπραγματιστικό
Γενικήπραγματιστικούπραγματιστικήςπραγματιστικού
Αιτιατικήπραγματιστικόπραγματιστικήπραγματιστικό
Κλητικήπραγματιστικέπραγματιστικήπραγματιστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπραγματιστικοίπραγματιστικέςπραγματιστικά
Γενικήπραγματιστικώνπραγματιστικώνπραγματιστικών
Αιτιατικήπραγματιστικούςπραγματιστικέςπραγματιστικά
Κλητικήπραγματιστικοίπραγματιστικέςπραγματιστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →