πραγματογνωσία
•
- η γνώση των πραγμάτων (που μας περιβάλλουν) Βικιλεξικό
- παρωχημένοσχετικό μάθημα σε μαθητές δημοτικού σχολείου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πραγματογνωσία < πράγμα + -ο- + -γνωσία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πραγματογνωσία | πραγματογνωσίες |
| Γενική | πραγματογνωσίας | πραγματογνωσιών |
| Αιτιατική | πραγματογνωσία | πραγματογνωσίες |
| Κλητική | πραγματογνωσία | πραγματογνωσίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →