Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πραγματοποιήσιμος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που μπορεί να πραγματοποιηθεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πραγματοποιήσιμος < πραγματοποιώ

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπραγματοποιήσιμοςπραγματοποιήσιμηπραγματοποιήσιμο
Γενικήπραγματοποιήσιμουπραγματοποιήσιμηςπραγματοποιήσιμου
Αιτιατικήπραγματοποιήσιμοπραγματοποιήσιμηπραγματοποιήσιμο
Κλητικήπραγματοποιήσιμεπραγματοποιήσιμηπραγματοποιήσιμο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπραγματοποιήσιμοιπραγματοποιήσιμεςπραγματοποιήσιμα
Γενικήπραγματοποιήσιμωνπραγματοποιήσιμωνπραγματοποιήσιμων
Αιτιατικήπραγματοποιήσιμουςπραγματοποιήσιμεςπραγματοποιήσιμα
Κλητικήπραγματοποιήσιμοιπραγματοποιήσιμεςπραγματοποιήσιμα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →