πραγματοποιώ
•
- κάνω κάτι πραγματικό, το υλοποιώ, μεταβάλλω τα λόγια σε πράξεις Βικιλεξικό
- Αυτά που λες δεν μπορούν να πραγματοποιηθούν μαγικά, αφού κάθεσαι άπραγος
- κατορθώνω κάτι σχετικά δύσκολο που σχεδίαζα εγώ ή άλλος Βικιλεξικό
- Ηθελε από παιδί να σπουδάσει Αρχαιολογία και τελικά πραγματοποίησε το όνειρό του στα 50!
- Η ευχή του πραγματοποιήθηκε χάρη στους...
- Τελικά πραγματοποίησε την απειλή του! Το' πε και το' κανε
- διεκπεραιώνεται κάτι, όχι απαραιτήτως σημαντικό, υλοποιείται, λαμβάνει χώρα Βικιλεξικό
- Η εκδήλωση πραγματοποιήθηκε στο Ζάππειο
Ετυμολογία
πραγματοποιώ < πράγμα + ποιώ
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →