πρακτικογραφώ
•
- καταγράφω τα πρακτικά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πρακτικογραφώ < πρακτικογράφος + -ώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | πρακτικογραφώ | πρακτικογραφείς | πρακτικογραφεί | πρακτικογραφούμε | πρακτικογραφείτε | πρακτικογραφούν / πρακτικογραφούνε |
| Παρατατικός | πρακτικογραφούσα | πρακτικογραφούσες | πρακτικογραφούσε | πρακτικογραφούσαμε | πρακτικογραφούσατε | πρακτικογραφούσαν / πρακτικογραφούσανε |
| Αόριστος | πρακτικογράφησα | πρακτικογράφησες | πρακτικογράφησε | πρακτικογραφήσαμε | πρακτικογραφήσατε | πρακτικογράφησαν / πρακτικογραφήσαν / πρακτικογραφήσανε |
| Μέλλοντας | θα πρακτικογραφήσω / θα πρακτικογραφώ | θα πρακτικογραφήσεις / θα πρακτικογραφείς | θα πρακτικογραφήσει / θα πρακτικογραφεί | θα πρακτικογραφήσουμε / θα πρακτικογραφούμε | θα πρακτικογραφήσετε / θα πρακτικογραφείτε | θα πρακτικογραφήσουν / θα πρακτικογραφήσουνε / θα πρακτικογραφούν / θα πρακτικογραφούνε |
| Παρακείμενος | έχω πρακτικογραφήσει | έχεις πρακτικογραφήσει | έχει πρακτικογραφήσει | έχουμε πρακτικογραφήσει | έχετε πρακτικογραφήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα πρακτικογραφήσει | είχες πρακτικογραφήσει | είχε πρακτικογραφήσει | είχαμε πρακτικογραφήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω πρακτικογραφήσει / να πρακτικογραφήσω / να πρακτικογραφώ | να έχεις πρακτικογραφήσει / να πρακτικογραφήσεις / να πρακτικογραφείς | να έχει πρακτικογραφήσει / να πρακτικογραφήσει / να πρακτικογραφεί | να έχουμε πρακτικογραφήσει / να πρακτικογραφήσουμε / να πρακτικογραφούμε | να έχετε πρακτικογραφήσει / να πρακτικογραφήσετε / να πρακτικογραφείτε | να πρακτικογραφήσουν / να πρακτικογραφήσουνε / να πρακτικογραφούν / να πρακτικογραφούνε |
| Προστακτική | — | πρακτικογράφει / πρακτικογράφησε | — | — | πρακτικογραφήστε / πρακτικογραφείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →