Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πρακτικογραφώ

ρήμα
•
  1. καταγράφω τα πρακτικά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πρακτικογραφώ < πρακτικογράφος + -ώ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςπρακτικογραφώπρακτικογραφείςπρακτικογραφείπρακτικογραφούμεπρακτικογραφείτεπρακτικογραφούν / πρακτικογραφούνε
Παρατατικόςπρακτικογραφούσαπρακτικογραφούσεςπρακτικογραφούσεπρακτικογραφούσαμεπρακτικογραφούσατεπρακτικογραφούσαν / πρακτικογραφούσανε
Αόριστοςπρακτικογράφησαπρακτικογράφησεςπρακτικογράφησεπρακτικογραφήσαμεπρακτικογραφήσατεπρακτικογράφησαν / πρακτικογραφήσαν / πρακτικογραφήσανε
Μέλλονταςθα πρακτικογραφήσω / θα πρακτικογραφώθα πρακτικογραφήσεις / θα πρακτικογραφείςθα πρακτικογραφήσει / θα πρακτικογραφείθα πρακτικογραφήσουμε / θα πρακτικογραφούμεθα πρακτικογραφήσετε / θα πρακτικογραφείτεθα πρακτικογραφήσουν / θα πρακτικογραφήσουνε / θα πρακτικογραφούν / θα πρακτικογραφούνε
Παρακείμενοςέχω πρακτικογραφήσειέχεις πρακτικογραφήσειέχει πρακτικογραφήσειέχουμε πρακτικογραφήσειέχετε πρακτικογραφήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα πρακτικογραφήσειείχες πρακτικογραφήσειείχε πρακτικογραφήσειείχαμε πρακτικογραφήσει——
Υποτακτικήνα έχω πρακτικογραφήσει / να πρακτικογραφήσω / να πρακτικογραφώνα έχεις πρακτικογραφήσει / να πρακτικογραφήσεις / να πρακτικογραφείςνα έχει πρακτικογραφήσει / να πρακτικογραφήσει / να πρακτικογραφείνα έχουμε πρακτικογραφήσει / να πρακτικογραφήσουμε / να πρακτικογραφούμενα έχετε πρακτικογραφήσει / να πρακτικογραφήσετε / να πρακτικογραφείτενα πρακτικογραφήσουν / να πρακτικογραφήσουνε / να πρακτικογραφούν / να πρακτικογραφούνε
Προστακτική—πρακτικογράφει / πρακτικογράφησε——πρακτικογραφήστε / πρακτικογραφείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →