πρακτικό
•
- επίσημη καταγραφή όσων λέγονται (ή γίνονται) σε συσκέψεις, συνεδριάσεις κ.λπ. Βικιλεξικό
- επίσημη γραπτή αποτύπωση μιας διαδικασίας, απόφασης, ενέργειας κ.λπ. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πρακτικό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου πρακτικός ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική acte)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πρακτικό | πρακτικά |
| Γενική | πρακτικού | πρακτικών |
| Αιτιατική | πρακτικό | πρακτικά |
| Κλητική | πρακτικό | πρακτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →