πρακτορειακός
•
- νεολογισμόςο σχετικός με πρακτορεία ή πράκτορες Βικιλεξικό
- Μετά τη λήξη του Εμφυλίου η ηγεσία του ΚΚΕ ζήτησε από το αδελφό τσεχοσλοβακικό κόμμα να βοηθήσει μια ομάδα ελλήνων κομμουνιστών στην «πρακτορειακή εξειδίκευσή τους σε ό,τι αφορά ασυρμάτους, κωδικοποίηση, φωτογραφήσεις, έκδοση ταυτοτήτων, βεβαιώσεων, σφραγίδων κλπ.». (Κόκκινοι κατάσκοποι, Το Βήμα, 6 Σεπτεμβρίου 2009)
Ετυμολογία
πρακτορειακός < πρακτορεί(ο) + -ακός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πρακτορειακός | πρακτορειακή | πρακτορειακό |
| Γενική | πρακτορειακού | πρακτορειακής | πρακτορειακού |
| Αιτιατική | πρακτορειακό | πρακτορειακή | πρακτορειακό |
| Κλητική | πρακτορειακέ | πρακτορειακή | πρακτορειακό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πρακτορειακοί | πρακτορειακές | πρακτορειακά |
| Γενική | πρακτορειακών | πρακτορειακών | πρακτορειακών |
| Αιτιατική | πρακτορειακούς | πρακτορειακές | πρακτορειακά |
| Κλητική | πρακτορειακοί | πρακτορειακές | πρακτορειακά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →