πρακτόρισσα
•
- επάγγελμαη πράκτορας, θηλυκό του πράκτορας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πρακτόρισσα < πράκτορ(ας) + κατάληξη θηλυκού -ισσα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πρακτόρισσα | πρακτόρισσες |
| Γενική | πρακτόρισσας | — |
| Αιτιατική | πρακτόρισσα | πρακτόρισσες |
| Κλητική | πρακτόρισσα | πρακτόρισσες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →