πρανές
•
- πλαγιά Βικιλεξικό
- επικλινής επιφάνεια, που έχει προκύψει φυσικά, είτε τεχνητά, (χρησιμοποιείται συχνά στον πληθυντικό «πρανή») Βικιλεξικό
- Πρανή σε αποσαθρωμένα πετρώματα με πυκνό κατατμητικό σύστημα (εκτός των αργιλικών σχιστόλιθων και περιπτώσεων ομόρροπης προς το πρανές βύθισης κατατμήσεων, απαιτούν γωνία κλίσης κατασκευής μεταξύ 1H:2V to 1H:1V (63 to 45o) ή χρειάζονται αντιστήριξη. (Κατολισθήσεις & ευστάθεια τεχνητών πρανών, Κεφάλαιο 6, Σημειώσεις ΑΠΘ, https://web.archive.org/web/20200207150254/http://www.geo.auth.gr/courses/ggg/ggg883e/chapt_6.htm)
- υπώρεια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πρανές < ουδέτερο του πρανής < αρχαία ελληνική πρανής
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πρανές | πρανή |
| Γενική | πρανούς | πρανών |
| Αιτιατική | πρανές | πρανή |
| Κλητική | πρανές | πρανή |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →