Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πραξικοπηματίας

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. αυτός που συμμετέχει σε πραξικόπημα και έχει κύριο ρόλο σε αυτό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πραξικοπηματίας (ήδη από το 1886) < πραξικόπημα, πραξικοπηματ- + -ίας

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπραξικοπηματίαςπραξικοπηματίες
Γενικήπραξικοπηματίαπραξικοπηματιών
Αιτιατικήπραξικοπηματίαπραξικοπηματίες
Κλητικήπραξικοπηματίαπραξικοπηματίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →