πραξικοπηματικώς
•
- παρωχημένοπραξικοπηματικά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πραξικοπηματικώς < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα πραξικοπηματικῶς (μαρτυρείται από το 1898) Συγχρονικά αναλύεται σε πραξικοπηματικ(ός) + -ώς.
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →