Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πρασάγγουρας

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ζωολογίαγεοσκώληκας που δημιουργεί μεγάλες καταστροφές στις ρίζες των κηπευτικών Βικιλεξικό
  2. ιδιωματικόεπικριτικός χαρακτηρισμός αγρότη που τον βρίσκει η νύκτα στα χωράφια, ή προκαλεί με την υπόγεια συμπεριφορά του προβλήματα στη κοινωνία του χωριού (Νάκος) ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) σε ποια ιδιώματα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πρασάγγουρας < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπρασάγγουραςπρασάγγουρες
Γενικήπρασάγγουραπρασαγγούρων
Αιτιατικήπρασάγγουραπρασάγγουρες
Κλητικήπρασάγγουραπρασάγγουρες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →