πρασάγγουρας
•
- ζωολογίαγεοσκώληκας που δημιουργεί μεγάλες καταστροφές στις ρίζες των κηπευτικών Βικιλεξικό
- ιδιωματικόεπικριτικός χαρακτηρισμός αγρότη που τον βρίσκει η νύκτα στα χωράφια, ή προκαλεί με την υπόγεια συμπεριφορά του προβλήματα στη κοινωνία του χωριού (Νάκος) ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) σε ποια ιδιώματα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πρασάγγουρας < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πρασάγγουρας | πρασάγγουρες |
| Γενική | πρασάγγουρα | πρασαγγούρων |
| Αιτιατική | πρασάγγουρα | πρασάγγουρες |
| Κλητική | πρασάγγουρα | πρασάγγουρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →