Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πρασινίζω

ρήμα
•
  1. μεταβατικόβάφω κάτι πράσινο Βικιλεξικό
  2. αμετάβατογίνομαι πράσινος Βικιλεξικό
  3. κατ’ επέκτασηβγάζω πράσινη χλόη, πράσινα φύλλα κ.λπ. Βικιλεξικό
  4. κατ’ επέκτασηκάνω μια έκταση πράσινη φυτεύοντας δέντρα, λουλούδια κ.λπ. Βικιλεξικό
  5. μεταφορικάθυμώνω, οργίζομαι Βικιλεξικό
  6. μεταφορικάζηλεύω πολύ Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πρασινίζω < ελληνιστική κοινή πρᾰσῐνίζω < αρχαία ελληνική πράσινος < πράσον

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςπρασινίζωπρασινίζειςπρασινίζειπρασινίζουμεπρασινίζετεπρασινίζουν / πρασινίζουνε
Παρατατικόςπρασίνιζαπρασίνιζεςπρασίνιζεπρασινίζαμεπρασινίζατεπρασίνιζαν / πρασινίζαν / πρασινίζανε
Αόριστοςπρασίνισαπρασίνισεςπρασίνισεπρασινίσαμεπρασινίσατεπρασίνισαν / πρασινίσαν / πρασινίσανε
Μέλλονταςθα πρασινίζω / θα πρασινίσωθα πρασινίζεις / θα πρασινίσειςθα πρασινίζει / θα πρασινίσειθα πρασινίζουμε / θα πρασινίσουμεθα πρασινίζετε / θα πρασινίσετεθα πρασινίζουν / θα πρασινίζουνε / θα πρασινίσουν / θα πρασινίσουνε
Παρακείμενοςέχω πρασινίσειέχεις πρασινίσειέχει πρασινίσειέχουμε πρασινίσειέχετε πρασινίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα πρασινίσειείχες πρασινίσειείχε πρασινίσειείχαμε πρασινίσει——
Υποτακτικήνα έχω πρασινίσει / να πρασινίζω / να πρασινίσωνα έχεις πρασινίσει / να πρασινίζεις / να πρασινίσειςνα έχει πρασινίσει / να πρασινίζει / να πρασινίσεινα έχουμε πρασινίσει / να πρασινίζουμε / να πρασινίσουμενα έχετε πρασινίσει / να πρασινίζετε / να πρασινίσετενα πρασινίζουν / να πρασινίζουνε / να πρασινίσουν / να πρασινίσουνε
Προστακτική—πρασίνιζε / πρασίνισε——πρασινίζετε / πρασινίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →