πρασινίζω
•
- μεταβατικόβάφω κάτι πράσινο Βικιλεξικό
- αμετάβατογίνομαι πράσινος Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηβγάζω πράσινη χλόη, πράσινα φύλλα κ.λπ. Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηκάνω μια έκταση πράσινη φυτεύοντας δέντρα, λουλούδια κ.λπ. Βικιλεξικό
- μεταφορικάθυμώνω, οργίζομαι Βικιλεξικό
- μεταφορικάζηλεύω πολύ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πρασινίζω < ελληνιστική κοινή πρᾰσῐνίζω < αρχαία ελληνική πράσινος < πράσον
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | πρασινίζω | πρασινίζεις | πρασινίζει | πρασινίζουμε | πρασινίζετε | πρασινίζουν / πρασινίζουνε |
| Παρατατικός | πρασίνιζα | πρασίνιζες | πρασίνιζε | πρασινίζαμε | πρασινίζατε | πρασίνιζαν / πρασινίζαν / πρασινίζανε |
| Αόριστος | πρασίνισα | πρασίνισες | πρασίνισε | πρασινίσαμε | πρασινίσατε | πρασίνισαν / πρασινίσαν / πρασινίσανε |
| Μέλλοντας | θα πρασινίζω / θα πρασινίσω | θα πρασινίζεις / θα πρασινίσεις | θα πρασινίζει / θα πρασινίσει | θα πρασινίζουμε / θα πρασινίσουμε | θα πρασινίζετε / θα πρασινίσετε | θα πρασινίζουν / θα πρασινίζουνε / θα πρασινίσουν / θα πρασινίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω πρασινίσει | έχεις πρασινίσει | έχει πρασινίσει | έχουμε πρασινίσει | έχετε πρασινίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα πρασινίσει | είχες πρασινίσει | είχε πρασινίσει | είχαμε πρασινίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω πρασινίσει / να πρασινίζω / να πρασινίσω | να έχεις πρασινίσει / να πρασινίζεις / να πρασινίσεις | να έχει πρασινίσει / να πρασινίζει / να πρασινίσει | να έχουμε πρασινίσει / να πρασινίζουμε / να πρασινίσουμε | να έχετε πρασινίσει / να πρασινίζετε / να πρασινίσετε | να πρασινίζουν / να πρασινίζουνε / να πρασινίσουν / να πρασινίσουνε |
| Προστακτική | — | πρασίνιζε / πρασίνισε | — | — | πρασινίζετε / πρασινίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →