πρασινοκίτρινος
•
- που είναι ανάμεσα στο πράσινο και στο κίτρινο, ή μια ανάμειξη των δυο Βικιλεξικό
- διότι τὸ βλέμμα μου δὲν συναντᾷ ἢ τὰς κατηφεῖς, πρασινοκιτρίνους κεράμους τῶν ἔναντι οἰκιῶν, αἵτινες μοὶ φράσσουσι τὴν θελκτικὴν ἄποψιν τῆς παραλίας ὁδοῦ, καὶ τὰς πλινθοκτίστους καπνοδόχας τῶν ἐγγὺς ἀτμομηχανῶν, αἱ ὁποῖαι παρίστανται ἐνώπιόν μου ὡς δύο ἐλεειναί, παιδαριώδεις ἀπομιμήσεις τοῦ πύργου τοῦ Ἅϊφελ (Ανδρέας Μαρτζώκης, Εθνικόν Ημερολόγιον του Έτους 1892/Οι μικροί μαθηταί μου)
Ετυμολογία
πρασινοκίτρινος < πράσινος + -ο- + κίτρινος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πρασινοκίτρινος | πρασινοκίτρινη | πρασινοκίτρινο |
| Γενική | πρασινοκίτρινου | πρασινοκίτρινης | πρασινοκίτρινου |
| Αιτιατική | πρασινοκίτρινο | πρασινοκίτρινη | πρασινοκίτρινο |
| Κλητική | πρασινοκίτρινε | πρασινοκίτρινη | πρασινοκίτρινο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πρασινοκίτρινοι | πρασινοκίτρινες | πρασινοκίτρινα |
| Γενική | πρασινοκίτρινων | πρασινοκίτρινων | πρασινοκίτρινων |
| Αιτιατική | πρασινοκίτρινους | πρασινοκίτρινες | πρασινοκίτρινα |
| Κλητική | πρασινοκίτρινοι | πρασινοκίτρινες | πρασινοκίτρινα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →