Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πρασινομάτης

επίθετο, αρσενικό
•
  1. αυτός που έχει πράσινα μάτια Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πρασινομάτης: σύνθετη λέξη < πράσιν(ος) + -ο- + -μάτης

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπρασινομάτηςπρασινομάταπρασινομάτικο
Γενικήπρασινομάτηπρασινομάταςπρασινομάτικου
Αιτιατικήπρασινομάτηπρασινομάταπρασινομάτικο
Κλητικήπρασινομάτηπρασινομάταπρασινομάτικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπρασινομάτηδεςπρασινομάτεςπρασινομάτικα
Γενικήπρασινομάτηδων—πρασινομάτικων
Αιτιατικήπρασινομάτηδεςπρασινομάτεςπρασινομάτικα
Κλητικήπρασινομάτηδεςπρασινομάτεςπρασινομάτικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →