πρασινοφρουρός
•
- πολιτική: στέλεχος του κόμματος ΠΑΣΟΚ εντεταλμένο στον εργασιακό ή σπουδαστικό του χώρο να προωθεί και να διαφυλάττει τη γραμμή του κόμματος Βικιλεξικό
- συνεκδοχικάμάχιμος οπαδός, ένθερμος υποστηρικτής, του ΠΑΣΟΚ Βικιλεξικό
- Τώρα ο πρασινοφρουρός μου 'γινε Συριζαίος και βρίζει τα λαμόγια του Πασόκ (Θωμάς Ψύρρας, Θα βοσκήσω το μαύρο, εκδ. Μεταίχμιο, 2017 https://www.google.gr/books/edition/%CE%98%CE%B1_%CE%B2%CE%BF%CF%83%CE%BA%CE%AE%CF%83%CF%89_%CF%84%CE%BF_%CE%BC%CE%B1%CF%8D%CF%81%CE%BF/V_ZaDwAAQBAJ?hl=en&gbpv=1&dq=%CF%83%CF%85%CF%81%CE%B9%CE%B6%CE%B1%CE%AF%CE%BF%CF%82&pg=PT126&printsec=frontcover)
Ετυμολογία
πρασινοφρουρός, < πρασινο- + φρουρός, κατά το ερυθροφρουρός, νεολογισμός της δεκαετίας 1980
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πρασινοφρουρός | πρασινοφρουροί |
| Γενική | πρασινοφρουρού | πρασινοφρουρών |
| Αιτιατική | πρασινοφρουρό | πρασινοφρουρούς |
| Κλητική | πρασινοφρουρέ | πρασινοφρουροί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →