πρατηριούχος
•
- επάγγελμαιδιοκτήτης ενός πρατηρίου Βικιλεξικό
- πρατηριούχος υγρών καυσίμων: βενζινοπώλης
Ετυμολογία
πρατηριούχος < πρατήρι(ο) + -ούχος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πρατηριούχος | πρατηριούχοι |
| Γενική | πρατηριούχου | πρατηριούχων |
| Αιτιατική | πρατηριούχο | πρατηριούχους |
| Κλητική | πρατηριούχε | πρατηριούχοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →