πρεζάκιας
•
- προφορικόναρκομανής που παίρνει δόση κυρίως ηρωίνης με βελόνα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πρεζάκιας < πρέζ(α) + -άκιας
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πρεζάκιας | πρεζάκηδες |
| Γενική | πρεζάκια | πρεζάκηδων |
| Αιτιατική | πρεζάκια | πρεζάκηδες |
| Κλητική | πρεζάκια | πρεζάκηδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →