Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πρελάτος

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. θρησκείαανώτερος κληρικός της Καθολικής Εκκλησίας, με εκκλησιαστική εξουσία ή δικαιοδοσία επί μιας επισκοπής, μιας εκκλησιαστικής περιφέρειας ή ομάδας πιστών, συνήθως επίσκοπος, αλλά και άλλος υψηλόβαθμος εκκλησιαστικός αξιωματούχος. Βικιλεξικό
    • Στην επιστολή που απηύθυνε στον Πάπα στις 21 Μαΐου και στην οποία αναφέρεται εκτενώς στην ανακοίνωση, ο πρελάτος εκτιμά πως η καθολική Εκκλησία έχει φθάσει σε «νεκρό σημείο». (Capital.gr, 04/06/2021 https://www.capital.gr/diethni/3550598/o-arxiepiskopos-tou-monaxou-paraiteitai-epikaloumenos-tin-apotuxia-tis-katholikis-ekklisias-na-antimetopisei-ti-sexoualiki-kakopoiisi-apo-iereis/)
    • Ο αγγλικανός πρελάτος, πανεπιστημιακός διδάσκαλος θεολογίας και φιλοσοφίας και ακαδημαϊκός Δρ. Γουΐλλιαμς πραγματοποίησε επίσης μια άκρως ενδιαφέρουσα και επίκαιρη διάλεξη... (Ζιώζιου, Μαρίνα, στην εφημερίδα Έθνος, 31/05/2019 https://www.ethnos.gr/ekklisia/article/42095/episkepshtoyprohnarxiepiskopoyaggliassthnapostolhpics)
    • Ο πρελάτος Ρολάντο Άλβαρες βρίσκεται στη φυλακή από τον Αύγουστο του 2022. Τον Φεβρουάριο του 2023, του επιβλήθηκε ποινή 26 ετών κάθειρξης. (Πρώτο Θέμα, 02/01/2024 https://www.protothema.gr/world/article/1451522/nikaragoua-tous-14-efthasan-oi-katholikoi-ieromenoi-pou-ehoun-sullifthei-tis-teleutaies-2-evdomades/)

Ετυμολογία

πρελάτος < (διαχρονικό δάνειο) γαλλική prélat ή ιταλική prelato < λατινική praelatus, μετοχή παρακειμένου του praeferre («προΐσταμαι, θέτω επικεφαλής»).

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπρελάτοςπρελάτοι
Γενικήπρελάτουπρελάτων
Αιτιατικήπρελάτοπρελάτους
Κλητικήπρελάτεπρελάτοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →