πρεπούμενος
•
- λαϊκότροποο πρέπων, ο κατάλληλος Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένοτο πρεπούμενο / τα πρεπούμενα: το αρμόζον ή το δίκαιο, το επιβαλλόμενο, το σωστό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πρεπούμενος < πρέπει + -ούμενος ή μεσαιωνική ελληνική πρεπούμενος < αρχαία ελληνική πρέπω
Άλλοι τύποι
πρεπούμεναπρεπούμενεπρεπούμενεςπρεπούμενηπρεπούμενηςπρεπούμενοπρεπούμενοιπρεπούμενοςπρεπούμενουπρεπούμενουςπρεπούμενων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →