Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πρεσάρω

ρήμα
•
  1. κυριολεκτικάασκώ πίεση με πρέσα Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάπιέζω έντονα κάποιον (ψυχολογικά, συναισθηματικά κ.λπ.) Βικιλεξικό
  3. αργκόασκώ πρέσινγκ σε κάποιον παίκτη Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πρεσάρω < ιταλική pressare < λατινική pressare < presso, θαμιστικό τού premo

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →