πρεσάρω
•
- κυριολεκτικάασκώ πίεση με πρέσα Βικιλεξικό
- μεταφορικάπιέζω έντονα κάποιον (ψυχολογικά, συναισθηματικά κ.λπ.) Βικιλεξικό
- αργκόασκώ πρέσινγκ σε κάποιον παίκτη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πρεσάρω < ιταλική pressare < λατινική pressare < presso, θαμιστικό τού premo
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →