Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πρεσβευτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με πρεσβευτή ή πρεσβεία ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πρεσβευτικός < ελληνιστική κοινή πρεσβευτικός < αρχαία ελληνική πρεσβεύω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπρεσβευτικόςπρεσβευτικήπρεσβευτικό
Γενικήπρεσβευτικούπρεσβευτικήςπρεσβευτικού
Αιτιατικήπρεσβευτικόπρεσβευτικήπρεσβευτικό
Κλητικήπρεσβευτικέπρεσβευτικήπρεσβευτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπρεσβευτικοίπρεσβευτικέςπρεσβευτικά
Γενικήπρεσβευτικώνπρεσβευτικώνπρεσβευτικών
Αιτιατικήπρεσβευτικούςπρεσβευτικέςπρεσβευτικά
Κλητικήπρεσβευτικοίπρεσβευτικέςπρεσβευτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →